διαπαιδαγώγηση


διαπαιδαγώγηση
[дьяпэдагогиси] ουσ. В. воспитывание, обучение.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαπαιδαγώγηση" в других словарях:

  • διαπαιδαγώγηση — η (Α διαπαιδαγώγηση) [διαπαιδαγωγώ] διάπλαση τού χαρακτήρα παιδιού με παιδαγωγικές μεθόδους νεοελλ. 1. καθοδήγηση 2. ανατροφή, αγωγή παιδιών, μόρφωση …   Dictionary of Greek

  • διαπαιδαγώγηση — η η διαμόρφωση χαρακτήρα, η αγωγή και η μόρφωση: Η διαπαιδαγώγηση ανήκει σε γονείς και δασκάλους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγωγή — I Η εξελικτική διαμόρφωση της προσωπικότητας του ανθρώπου, μέσω της επίδρασης που ασκεί το φυσικό και κυρίως κοινωνικό περιβάλλον πάνω στις βιολογικές καταβολές του ατόμου. Συνεπώς, η α., όσο και η ίδια η ζωή του ανθρώπου, υπογραμμίζει την… …   Dictionary of Greek

  • εγκληματικότητα — Η αναλογία των εγκλημάτων που γίνονται σε δεδομένο τόπο ή χρόνο ή από ορισμένη κατηγορία προσώπων· η τάση, η ροπή προς το έγκλημα. Η στατιστική προσπαθεί να διαπιστώσει την έκταση της ε. και να κατατάξει τις εκδηλώσεις της κατά συγκεκριμένα… …   Dictionary of Greek

  • διάπλαση — Σχηματισμός, διαμόρφωση ή τρόπος με τον οποίο είναι σχηματισμένο ένα σώμα· διαπαιδαγώγηση· η αποκατάσταση μέλους του σώματος που υπέστη κάταγμα. (Βιολ.) Φυτοκοινωνία που, παρά τις διαφορές των διαφόρων ειδών, παρουσιάζει όμοιους βιολογικούς… …   Dictionary of Greek

  • Επέ, Σαρλ Μισέλ ντε λ’- — (Charles Michel de l’ Épée, Βερσαλίες 1712 – Παρίσι 1789). Γάλλος αβάς και παιδαγωγός. Ίδρυσε σχολή κωφαλάλων, που συντηρούσε με δικά του έξοδα, και έγραψε πλήθος μελετών με αντικείμενο τη διαπαιδαγώγησή τους, όπως η Διαπαιδαγώγηση των κωφαλάλων… …   Dictionary of Greek

  • ανάθρεμμα — το (Α ἀνάθρεμμα) [ἀνατρέφω] αυτός που ανατρέφεται ή ανατράφηκε από κάποιον, θρέμμα, τέκνο, παιδί νεοελλ. ανατροφή, διαπαιδαγώγηση …   Dictionary of Greek

  • αναδιάπλαση — η διάπλαση, διαπαιδαγώγηση σε νέες βάσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. Νεώτ. λόγιο σύνθ. < ανα * + διάπλαση] …   Dictionary of Greek

  • διαγωγή — η (AM διαγωγή) [διάγω] 1. ο τρόπος με τον οποίο περνά κανείς τη ζωή του 2. η συμπεριφορά, το φέρσιμο 3. φρ. α) «κακής διαγωγής άνθρωπος» άνθρωπος χωρίς ηθικές αρχές β) (για γυναίκα) «κακής διαγωγής» πόρνη μσν. νεοελλ. τόπος διαμονής αρχ. 1. η… …   Dictionary of Greek

  • εφηβεία — Περίοδος της ζωής του ανθρώπου η οποία –ανάλογα με το άτομο– διαρκεί περίπου επτά χρόνια. Ξεκινά κατά την ηλικιακή περίοδο μεταξύ 11 και 14 ετών και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες φάσεις της εξελικτικής ηλικίας. Χαρακτηρίζεται από… …   Dictionary of Greek